4/9/10

Η ζωή μετά (την καπνοαπαγόρευση) - Κεφάλαιο 1o

«Δύσκολοι καιροί για θεριακλήδες», διαβάζω. «Χαράς Ευαγγέλια για τους μη καπνιστές που επιτέλους θα μπορούν να χαρούν την έξοδό τους σε ένα καθαρό και υγιεινό περιβάλλον χωρίς τσιγάρο», γράφει παρακάτω. Κι εσύ γελάς καθώς το πλοίο πλησιάζει σαν θηρίο, μη καπνιστή, λίγο χαιρέκακα ίσως. Και σου λέω λοιπόν θυμήσου σε λίγο καιρό αυτό το κείμενο - στο τέλος του οποίου πάλι θα γελάσεις, λίγο χαιρέκακα ίσως. Ποιος θα κάτσει όμως ως το τέλος να δει αν όπως λένε ο τελευταίος γελάει πιο καλά; Έκατσα εγώ για χάρη σου, σ’ έναν πλανήτη λίγο ψυχρότερο και λίγο απόμακρο απ’ τον δικό σου, και είδα αυτή την καπνιστική απαγόρευση με τα ίδια μου τα μάτια. Και σαν καθήκι μοναχό που είμαι, είπα να σου κόψω το γέλιο. Επειδή είναι χαιρέκακο και ασχημαίνει τη μούρη σου. Όπως ασχήμαινε κάποτε και τη δική μου, μιας και βίωσα αυτή την απαγόρευση ως μη καπνιστής. Γεγονός που αν μη τι άλλο αποβαίνει προς όφελος της αντικειμενικότητας αυτού του κειμένου. Μπορώ λοιπόν να σου περιγράψω χωρίς καμία εμπάθεια σκηνές από ένα παρελθόν που ίσως είναι το μέλλον που ξανοίγεται μπροστά σου, του οποίου τις καινοτομίες θα κληθεί να αφομοιώσει όχι μόνο ο κερατάς με το φουγάρο όπως πιστεύεις, αλλά κι εσύ. Ναι, κι εσύ, που δεν φταις σε τίποτα.


Σκηνή 1η
  Αρχές Ιούλη του 2007. Ζέστη πολλή, παρά φύσει πολλή για τις συντεταγμένες μας. Η σακούλα του σούπερ μάρκετ μύριζε ομελέτα. Είχε φάει γονατιά στη διαδρομή μέχρι το σπίτι, αλλά προφανώς δεν πήρε την απειλή μου στα σοβαρά. «Άμα έσπασαν τα αυγά θα σε πηδήξω» της είχα πει, και τώρα οι σοκολάτες, οι κονσέρβες με τον τόνο και τα ροδάκινα κολυμπούσαν μες στον κρόκο. Υπέθεσα πως ήταν Χριστιανές οι κότες που είχαν γεννήσει τα αίτια της καταστροφής, έτσι τους έβρισα τον θρησκευτικό πατέρα αναλόγως. Ψάρεψα τις κονσέρβες, τις έβαλα κάτω απ’ τη βρύση και άνοιξα την τηλεόραση.
  Η εκφωνήτρια θριαμβολογούσε για την κατά γράμμα τήρηση του αντικαπνιστικού νόμου που είχε τεθεί σε εφαρμογή πριν από λίγες μέρες και στο καπάκι προλόγισε το τρισχιλιοστό βίντεο με κάποιον κλαψούρη καπνιστή. Από όσους είχαν βγει ως τώρα στο γυαλί, αυτός ήταν σίγουρα ο πιο άσχημος. Σαπιοδόντης και λιγδοφρύδης, ολοένα και ασχήμαιναν οι διαμαρτυρόμενοι. Ή επρόκειτο για προπαγάνδα της κυβέρνησης, ή τους είχε χτυπήσει τόσο βάναυσα ο νόμος που δεν μπορούσαν να βρουν το δρόμο για το νιπτήρα απ’ τη στέρηση. Του ξεγύρισα μια μούντζα με το αριστερό όσο ξεκολλούσα τα ροδάκινα απ’ τον πάτο της σακούλας με το δεξί και του φώναξα: «Τρελή πίπα θα φας, βρωμιάρη». Θυμήθηκα τον φίλο μου τον Μαρκ που επί μήνες μου είχε κάνει τον εγκέφαλο μπεκρή-μεζέ ωρυόμενος για αντισυνταγματικότητες και δικαιώματα σωματικής αυτοδιάθεσης και τα ρέστα τρεις κι εξήντα. Τουλάχιστον μου είχε μάθει λίγα λατινικά: Habeas corpus το λένε και όλα τα παιδάκια κλαίνε, γιατί κατά τ’ άλλα… «τρελή πίπα θα φας, βρωμιάρη» του φώναξα και αυτουνού σαν να ήταν μπροστά μου και ήξερε τα στοιχειώδη Ελληνικά. Εδώ που τα λέμε οι περισσότεροι στην παρέα καπνίζουν, αλλά θα προσαρμοστούν, τι άλλο να κάνουν; Θα πέσει χοντρό δούλεμα απόψε στην πρώτη έξοδο της Επί Των Νέων Μέτρων Εποχής. Με τα δάχτυλα να στάζουν διάφανο αυγό, χαμογέλασα.


Σκηνή 2η
  Αγαπάμε Το Δρόμο. Δεν ξέρω γιατί το ονόμασαν έτσι ενώ είναι στη γωνία μιας πλακόστρωτης πλατείας απρόσβατης με αυτοκίνητο. Μπορεί να φέρει τον τίτλο σαν δηλωτικό της ταυτότητάς του - «του δρόμου», λίγο ατημέλητο, λίγο φασαριόζικο, λίγο ανέμελο. Λίγο αναρχοαυτόνομο, μικροκαμωμένο όπως είναι δίπλα στα μεγάλα μπαρ που κλέβουν τις πρώτες, ακατέργαστες ματιές με τις επιγραφάρες τους. Όπως και να ‘χει, ο Δρόμος έχει τη δική του ιστορία και τα τελευταία χρόνια χαιρόμαστε που γίναμε κομμάτι της. Έγινε στέκι, δέσαμε με τις παλιοροκιές του, τις ξεθωριασμένες επιγραφές στους τοίχους, τις γκαρσόνες που έχουν όνομα, όπως και εμείς έχουμε όνομα για ‘κείνες. Και απόψε είχε βάλει τα γιορτινά του μαζί με την πλατεία ολόκληρη, που είχε μεταμορφωθεί σε ένα μωσαϊκό από τραπέζια με ένα σκασμό κόσμο κολλημένο πλάι τους. Ακόμα και τα παγκάκια είχαν φουλάρει από πιτσιρικαρία με ένα ποτήρι μπύρα στο χέρι. Δεν ήξερα ότι θα ‘φτανε η μέρα που θα μπορούσες να χαρακτηρίσεις τη μικρή μας κωμόπολη «πολύβουη». Το κάλεσμα της Νικόλ διέκοψε το χάζεμα αυτής της υπέροχης αλλαγής τοπίου. Κάθονταν όλοι σε ένα ξύλινο τραπέζι κοντά στο ψιλικατζίδικο που βρισκόταν καμιά πενηνταριά μέτρα απέναντι απ’ την είσοδο του Δρόμου. Μέχρι εκεί είχε επεκτείνει τη ζώνη επιρροής του.
  - Τι διάολο έγινε; Κερδίσαμε κανέναν πόλεμο και δεν μου το είπατε;
  - Ναι, αυτόν του τσιγάρου. Και όπως βλέπεις, το γιορτάζει όλη η πόλη καπνίζοντας την πίπα της ειρήνης κάτω απ’ τον καθαρό ουρανό, ειρωνεύτηκε ο Μαρκ. Θα σου παράγγελνα αλλά δεν ήξερα πόσο θα καθυστερούσες και δεν ήθελα να πιεις κάτουρο στον εορτασμό της απελευθέρωσής σου.
  Τράβηξα για το μπαρ όπου με υποδέχτηκε με ένα πλατύ χαμόγελο η Γαλλίδα η Περρίν. Η αίθουσα ήταν άδεια. Είχαν σηκώσει τα τραπέζια και τα είχαν βγάλει έξω, μου λύθηκε η απορία.
  - Νομίζω ότι είναι καλύτεγα έτσι. Σου κάναμε και χώγο για να μας χογέψεις σιγτάκι αν θες, μου είπε με μια πρόταση όλο γάμμα.
  - Ζεϊμπέκικο θες να πεις, πήγα να τη διορθώσω, μα βλέποντας πως την έφερα ένα βήμα προτού στραμπουλήξει τον εγκέφαλό της, την επανέφερα στα γνωστά.
  - Δεν θέλω να δεις τέτοιο θέαμα, είναι κρίμα να πεθάνεις τόσο νέα. Βάλε εκεί να πιούμε γιατί έχει κέφια ο Μαρκ και θα λαλήσουμε.
  Έκανα χώρο σε έναν ποδηλάτη που με σλάλομ έψαχνε διέξοδο ανάμεσα στις καρέκλες και με την μπύρα στο χέρι προστέθηκα στην παρέα. Τους ζωγράφισα έναν οριζόντιο κύκλο στον αέρα με το δάχτυλο.
  - Αυτό είναι το τέλειο. Όλο αυτό το σκηνικό. Μου θυμίζει καλοκαιρινή Ελλάδα.
  - Αμήν, αδερφέ! ενθουσιάστηκε η Κάρεν που αγαλλιάζει στο άκουσμα της χώρας μου. Δεν έχει πάει ποτέ και την έχω ικανή να πιστεύει ότι στην ντουλάπα μου κρέμεται κολεξιόν από χλαμύδες.
  - Ωραίο κομμάτι έβαλε, χρόνια έχω να το ακούσω! πετάχτηκε ο Μαρκ.
  - Μα δεν ακούγεται η μουσική ως εδώ.
  - Αμήν, αδερφέ! ξαναειρωνεύτηκε και μου ζωγράφισε έναν κύκλο στον αέρα με το δάχτυλο.


Σκηνή 3η
  Άνοιξε τον έναν από τους δύο σάκους που σκέπαζαν με το βάρος τους τη ρόδα του ποδηλάτου και είπε θυμωμένα:
  - Όλα αυτά τα σκατά. Μέχρι τις τρεις. Πάρε αν θες, σε 20 χρονάκια μπορεί να έχουν αξία.
  Έσκυψα και πήρα ένα από τα εκατοντάδες αυτοκόλλητα.
  - Όλα αυτά μέχρι τις τρεις; Σε όλα τα μαγαζιά;
  - Μαγαζιά, σταθμούς τρένων, σαλόνια ομορφιάς, θέατρα, σινεμάδες, στο ενυδρείο. Μέχρι και τις εκκλησίες θα γυρίσω. Ποιος μαλάκας θα καπνίσει μες στην εκκλησία;
  Γέλασα στη σκέψη.
  - Μη γελάς ρε. «Πάνε τρεις μήνες από την τελευταία μου εξομολόγηση, πάτερ, τραβάω χοντρά ζόρια. Αχ, κάτσε να ανάψω ένα τσιγάρο, είναι πολλά τα βάσανα! Άμα γουστάρεις, σου στρίβω κι εσένα ένα. Να σου βάλω και φιλτράκι;»
  Τα ‘λεγε με το ένα μάτι μισόκλειστο, κάνοντας πως κρατάει ανάμεσα στα δυο δάχτυλα ένα τσιγαριλίκι όπως στις ταινίες όταν φέρνει γύρες ο μπάφος. Στο τέλος υποκρίθηκε ότι γέμισε το στόμα του τρίμματα, μασούλησε λίγο ξινίζοντας τη μούρη και έφτυσε. Δίπλωσα απ’ τα γέλια, δυο γριές που περνούσαν κούνησαν το κεφάλι. Είναι μορφάρα ο ταχυδρόμος μου, την προηγούμενη φορά που τον πέτυχα τα λέγαμε για κανά μισάωρο. Είμαι σίγουρος ότι στο τέλος της βάρδιας πετάει τα γράμματα που του ξεμένουν απαράδοτα στο ποτάμι.
  - Και στον άλλο σάκο έχεις γράμματα;
  - Είσαι χαζός; Δεν έχει γράμματα σήμερα, μόνο αυτοκόλλητα. Όποιος δεν το βάλει στην είσοδό του μέχρι αύριο, τρώει πρόστιμο. Έτσι μου ‘ρχεται να τα πετάξω όλα στο ποτάμι.
  - Διάβασες τη σκέψη μου, του είπα και τον προέτρεψα να συνεχίσει το μοίρασμα. Θα τσεκάρω αύριο αν τα πέταξες ή όχι.
  Την επομένη το πρωί τον τσέκαρα πηγαίνοντας για δουλειά. Το ποτάμι την είχε γλιτώσει παρά τις απειλές, δεν είχε μείνει τζαμαρία χωρίς απαγορευτικό. Ανά πέντε βήματα το έβλεπες μπροστά σου. Όποιος είχε έστω και την παραμικρή έγνοια, τώρα πια μπορούσε να κόψει τα αγχολυτικά. Κανείς δεν θα κάπνιζε στο χασάπικο της γειτονιάς. Ούτε στο φαρμακείο. Ούτε καν στην εκκλησία, εκτός ίσως απ’ τα θυμιατά.
  Το ίδιο απόγευμα, δέχτηκα αυτοκόλλητη απειλή ακόμα και στη βάση της σκάλας του σπιτιού μου. «Εντάξει, το ξεφτίλισαν το θέμα», σκέφτηκα.


Σκηνή 4η
  Μείναμε εγώ, ο Μπεν και η Νικόλ. Οι άλλοι τέσσερις είχαν ζωστεί τα μπουφανάκια τους και την είχαν στήσει μπροστά στην είσοδο του Δρόμου μαζί με το μπούγιο. Για δέκατη φορά απόψε. Δέκατο τσιγάρο, αν και κρίνοντας από το πόσο αργά περνούσε η ώρα κατά την απουσία τους, υπέθεσα ότι έκαναν δύο απανωτά. Δεν έχω τίποτα με τον Μπεν και τη Νικόλ, ίσα ίσα. Είναι μια χαρά παιδιά και μες στο χαβαλέ, αναπόσπαστο κομμάτι της παρέας. Αλλά είναι ζευγάρι και όσο να ‘ναι νιώθω ότι τους ενοχλεί η παρουσία μου. Για να μην τους κρατάω το φανάρι μου πιάνουν την κουβέντα, αλλά με το που σκάνε μύτη οι υπόλοιποι από την καπνοκατάνυξη αισθάνονται πια ελεύθεροι να πουν τα δικά τους και να μπαλαμουτιαστούν με την ησυχία τους. Το πιο σπαστικό δε, είναι που ακούς από τον όχλο έξω γέλια και χαρές - μια χαρά περνάνε, έστω και στο όρθιο, έστω και μες στο Οκτωβριανό κρύο, έστω και χωρίς μουσική, έστω και με το ποτό συνέχεια στο χέρι. Έστω και χωρίς εμάς.
  Τον τελευταίο μήνα μοιάζουμε με επιζώντες ενός εμφυλίου που μπορεί μεν να κρίθηκε υπέρ μας, χώρισε ωστόσο το Δρόμο με μια συνοριακή γραμμή στο πάχος μιας ξύλινης πόρτας. Οι πέρα έχουν το δικαίωμα να επισκεφθούν τα εδάφη μας αφήνοντας βέβαια τα κανόνια τους σε κατάσταση αφλογιστίας στην είσοδο. Μας είχαν πει ότι στη δική μας πλευρά το περιβάλλον θα είναι ομορφότερο και θα μυρίζει καλύτερα - δεν παίρνω όρκο για το καλύτερα, σίγουρα πάντως μυρίζει διαφορετικά από παλιά. Δεν μυρίζει σαν το Δρόμο που είχα συνηθίσει. Δεν μυρίζει μπαρ. Μα όσο και αν είμαι σίγουρος ότι θα αγαπήσω και τη νέα του μυρωδιά, άλλο τόσο είμαι σίγουρος ότι δεν θέλω να το κάνω χωρίς την παρέα μου. Δεν υπάρχει λόγος άλλωστε.
  Πήρα το ποτό μου και άφησα τα παιδιά να περιπτυχθούν χωρίς ενοχές. Δεν απόρησαν ούτε για μια στιγμή που με είδαν να διαβαίνω τη συνοριακή γραμμή.
  - Το ξέρετε ότι από τις τρεις ώρες που είμαστε εδώ, τη μία την έχετε περάσει έξω;
  - Το ξέρω, συγγνώμη, μου απάντησε ο Μαρκ. Αλλά υπάρχουν και χειρότερα.
  - Πώς χειρότερα;
  - Να, ο Γιάνους πρότεινε να κάτσουμε έξω σε κανά τραπέζι, δεν κάνει δα και τόσο κρύο. Και άλλοι κάθονται. Αλλά του είπα ότι θα ήταν αναισθησία εκ μέρους μας να σας προτείνουμε κάτι τέτοιο. Δεν μας φταίτε σε τίποτα.
  - Ενώ τώρα είναι καλύτερα; του έκανα κάπως θυμωμένα.
  - Τι μου προτείνεις, δηλαδή; Να κόψω το τσιγάρο αυτή τη στιγμή; Να έρχομαι στο Δρόμο με αυτοκόλλητο νικοτίνης; Πες μου, βρες μου τη λύση και θα το κάνω! Ούτε εμένα μ’ αρέσει, αλλά έτσι είναι.
  Με ξάφνιασε. Περίμενα να πει κάτι ειρωνικό, ως συνήθως, αλλά αυτή τη φορά στα λόγια του υπήρχε μια πικρία, ένα παράπονο που δεν πίστευα ότι θα άκουγα ποτέ στη χροιά του.
  - Γάμησέ το, πάω μια βόλτα! κατέληξε και πέταξε το τσιγάρο κατάχαμα με δύναμη. Έμεινα να τον κοιτάω να διασχίζει την πλατεία.

Facebook Twitter Twitter

11 σχολια:

ann4 είπε...

Habeas corpus! Πολύ μου άρεσε αυτό. Στον κήπο φίλοι μου! Στον κήπο, όπως λέει κι ο Νικολαϊδης, αλλά αυτοί που δεν έχουν πεζόδρομο να δω τι θα κάνουν... Ταράτσα; Ας μην κοροϊδευόμαστε, το κάπνισμα δεν κόβεται δια νόμου, το έξω ίσως. Υπέροχο κείμενο off, εν αντιθέσει με το νόμο που κάτσε μισό να στρίψω...

TwistedTool είπε...

Πολύ ωραίο κείμενο, οff!

Ελπίζω το επόμενο μέρος να μην έρθει με τον επόμενο (επίσης) τελεσίδικο νόμο περί καπνοαπαγόρευσης :)

Στο εσωτερικό του Δρόμου κυριαρχεί το ξύλο; Αν ναι, θα ήθελα πολύ να ανήκω στην πελατεία του!

RedScorpio είπε...

Συμφωνώ με τους προλαλήσαντες, dear. Έγραψες πάλι!

Ως μη καπνίστρια καθόλου δεν θα με χαλάει να γυρνάω από καφέ/μπαρ/ταβέρνα/whatever και να μη βρωμάω πατόκορφα από τον καπνό. Όπως είπε κάποτε κι ένας πρώην, μη καπνιστής, όταν γυρίσαμε από έξοδο σε μπαράκι: "Ρε π**στη μου, μέχρι και το σώβρακο βρωμάει καπνίλα!".

Το καλύτερο μάλιστα ήταν καλοκαιρινό μπαράκι με αυτά τα mist cooling fans ή όπως διάολο τα λένε - ο καπνός ενσωματωνόταν στα μικροσταγονίδια, τα όποια εισπνέαμε και κάναμε καινούργιο λαιμό.

Όπως και να'χει, ας του δώσουμε μια ευκαιρία και μια φιλότιμη προσπάθεια να προσαρμοστούμε. Αυτή η έμφυτη τάση να καταδικάζουμε αυτόματα, by default κι ασυζητητί το παραμικρό που απειλεί να μας βγάλει από τη βόλεψη μας, δεν μας οφελεί ιδιαίτερα. Καμιά φορά δε, μας πειράζει και στο λαιμό!

ephee είπε...

Μωρέ συνάδελφε, εγώ είμαι καπνίστρια, και το κόβω καμιά βδομάδα ανάλογα τα κέφια αν ξυπνήσω το πρωί και δε νιώθω καλά. Κατά τ'άλλα, δε βρίσκω να με αφορά αυτή η απαγόρευση. Σε μπαρ δεν πάω. Στο σουπερ μάρκετ δεν καπνίζω, γιατί δε μου φτάνουν τα χέρια μου. Σε εκκλησία πάλι δεν πάω (γιατί μ'ενοχλεί ο καπνός-μουαχαχαχαΧΑ!). Τι λυσσάνε όλοι, δεν έχω καταλάβει..
Ανέβασε και το υπόλοιπο, που περίμενα να καταλήξεις στο gag και μου κότσαρες το "συνεχίζεται".. Θα κόψω το τσιγάρο, και θ'αρχίσω να τρώω τα νύχια μου λέμε!

offshade είπε...

Συγγνώμη καλή μου ephee, απ' ότι θα διαπίστωσες είναι προσωπικές στιγμές και θέλω να τις παραθέσω με τον σεβασμό που αρμόζει αφενός στις αναμνήσεις μου και αφετέρου στα πρόσωπα και τα πράγματα που τις πλαισιώνουν. Συνεπώς μπορεί να μου πάρει λίγο χρόνο το σύντομο αυτό (μυθ)ιστόρημα, ενώ δεν ξέρω αν θα είναι 2 ή 3 τα κεφάλαια της αφήγησης.
Δεν ξέρω τι gag περιμένεις σαν κατάληξη πάντως...

ΝΙΚΟΣ είπε...

Ακόμα ένας νόμος που απαγορεύει μία από τις λίγες απολαύσεις που έμειναν. Η πλάκα είναι ότι εφαρμόζεται επί πρωθυπουργίας εκείνου που ήταν υπέρ της αποποινικοποίησης των ελαφρών....
Αλήθεια, υπάρχουν μελέτες για την επίδραση της κλανιάς στον παθητικό κλανιομυριστή? Πολύ φοβάμαι ότι όπως πάμε θα πάθουμε τυμπανισμό με κανένα νέο νόμο.
Περιμένω τα επόμενα κεφάλαια, στρίβοντας ένα ακόμα με φιλτράκι.

Andreas είπε...

Γαμήλια δεξίωση 4/9/2010.400 περίπου καλεσμένοι,300 περίπου οι καπνιστές.Κ ενώ πειμέναμε το ζευγάρι να καταφτάσει,το κέντρο εντελώς άδειο,σαν να έριξε κάποιος βρωμοαμπούλα κ έξω ο απόλυτος χαβαλές.Το ζευγάρι φτάνει.Πανικός στο φιλόκαπνο κοινό,μια γρήγορη τελευταία τζούρα και τρέξιμο μη χάσουμε την εντυπωσιακή είσοδο.Το τοπίο πανέμορφο.Ένα χαλί στρωμένο με καμιά τετρκοσαριά αποτσίγαρα,μία οπττασια.Κ μετά από κανένα μισάωρο,αφου βέβαια σερβιριστίκαμε,το ίδιο ακριβώς θέαμα.Το κέντρο ψιλοάδειο και το συγγενολόι να χορεύει τα δικά του."Πολύ καλοί χορευτές",μου είπαν.Άντε και στα δικά σας!!!!!!!!!!!
Off ξανά υπέροχος.

ksotikoula είπε...

Μετά από αυτό αισθάνομαι πολύ τυχερή που όλη η παρέα μου συμπεριλαμβανομένου και εμού δεν καπνίζει (εκτός από κανένα περιστασιακό αργιλέ έτσι για ατμόσφαιρα - Γιάννενα γαρ).
Πάντως για το εργασιακό περιβάλλον ήταν ότι έπρεπε. Θυμάμαι κάτι φάσεις να καπνίζουν τρία άτομα σε γραφείο 2 επί 2 και να ανοίγουν παράθυρο με μειον 3 βαθμούς τάχα για να αεριστεί ο χώρος. Και τον καπνό τον έτρωγες 7 ώρες στη μάπα και κρύωνες κιόλας. Τουλάχιστον στην καφετέρια θα το ανεχτείς 2-3 ώρες το πολύ. Άσε κατι απαράδεκτα παιδικά-σχολικά πάρτυ που οι μανάδες κάπνιζαν όλες μαζί στο χώρο με τα παιδιά. Αν δε σκέφτεσαι το παιδί σου βρε άρρωστη πως θα σεβαστείς τον υπόλοιπο κόσμο; Τέτοιες υπερβολές οδήγησαν στο να θεωρούμε ότι χρειάζεται νόμος για να λογικευτεί κανείς. Και τώρα θυμάμαι και έναν συνάδελφο που δεν ήθελε να μπει στο αμάξι μου γιατί δεν αντεχε να μην καπνίσει για μια διαδρομή 45 λεπτών. Πόσο εξαρτημένος να είσαι πια;

TwistedTool είπε...

Πες τα ξωτικούλι!

Αυτό που λες με το συνάδελφο, το έχω σε χειρότερο βαθμό με ένα φίλο. Όταν θα πάμε να δούμε ένα άλλο φίλο, κάνουμε 1,5 ώρα δρόμο. Στο 20λεπτο τον πιάνει η φαγούρα, δε μπορεί να κάτσει ήσυχος, πολύ απλά διότι δεν επιτρέπεται το κάπνισμα στο αυτοκίνητο μου. Μετά από πολλά παρακάλια, σταματάω στην άκρη του high-way στη μέση της διαδρομής και του επιτρέπω ένα τσιγάρο, μη μου πάθει και τίποτε!

Ο ίδιος φίλος, όταν ερχόταν σπίτι μου όταν ήμασταν φοιτητές, έπρεπε να βγει στο μπαλκόνι για να καπνίσει και αφού είχα κλείσει τις μπαλκονόπορτες για να μη μπαίνει ο καπνός μέσα! Και δεν τον ένοιαζε. Ακόμα και με βροχές και κρύο.

Και μετά θέλουν να πιστέψουμε πως δεν είναι άρρωστοι ούτε εξαρτημένοι! :D

Cybergoulion είπε...

Δεν έχω λόγο να σε αμφισβητήσω, ίσα ίσα μου φαίνεται πολύ λογική αντίδραση. Ένας έξυπνος τρόπος να αντιδράσεις σε ένα νόμο που σε περιορίζει, ΧΩΡΙΣ να τον παραβαίνεις. Στο δικό μας πλανήτη, το βρίσκεις πιθανό να συμβεί; Πιο πιθανό το βρίσκω να τον γράψουν στα π@π@ρια τους και να συνεχίσουν το χαβά τους με την ανοχή της (διαλυμένης) πολιτείας...

offshade είπε...

Τι ακριβώς να αμφισβητήσεις καλέ μου Cyber; Αν διακρίνεις έναν κάπως συναισθηματικό τόνο στις σκηνές (και σε όσες ακολουθήσουν) είναι επειδή αποτελούν βιώματα. Κάποια ιδιαιτέρως φορτισμένα, είναι αλήθεια.

ΜΙΛΑΡΕΣΥ

Δεν έχεις λογαριασμό; Επίλεξε "όνομα/διεύθυνση URL"
και άσε το δεύτερο πεδίο κενό. Μπορείς και ως ανώνυμος.